Η χώρα που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έμαθε να περιορίζει τη στρατιωτική της ισχύ, σήμερα επενδύει δεκάδες δισ. ευρώ σε στρατό, όπλα και πολεμική βιομηχανία – Η ανάλυση του Wolfgang Bittner αποκτά νέα επικαιρότητα
Υπάρχει ένας τρόπος να διαβάσει κανείς τη σημερινή γερμανική πολιτική που δεν ξεκινά από την Ουκρανία, τον Friedrich Merz ή το ΝΑΤΟ, αλλά από το 1945.
Από εκείνη τη χρονιά, όταν η Γερμανία βγήκε κατεστραμμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τέθηκε υπό τον έλεγχο των νικητών και στη συνέχεια εντάχθηκε σε μια μεταπολεμική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας η οποία είχε ως μία από τις βασικές της επιδιώξεις να αποτρέψει την επανεμφάνιση μιας ανεξέλεγκτης γερμανικής στρατιωτικής ισχύος.
Για δεκαετίες, αυτό το μοντέλο λειτούργησε σχετικά σταθερά: η Γερμανία έγινε η οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης, απέκτησε τεράστια βιομηχανική και εξαγωγική ισχύ, αλλά παρέμεινε στρατιωτικά συγκρατημένη και βαθιά ενσωματωμένη στις δυτικές συμμαχίες.
Σήμερα, όμως, αυτή η εικόνα αλλάζει με ταχύτητα που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πριν από μερικά χρόνια.
Η Γερμανία αυξάνει θεαματικά τις στρατιωτικές της δαπάνες, σχεδιάζει μια πολύ μεγαλύτερη Bundeswehr, επεκτείνει την παραγωγή πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων, ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και επιδιώκει να καταστεί ο βασικός συμβατικός στρατιωτικός πυλώνας της Ευρώπης.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον όπου η Ρωσία έχει πλέον αναδειχθεί από βασικό οικονομικό εταίρο σε κεντρικό στρατηγικό αντίπαλο της γερμανικής και ευρωπαϊκής πολιτικής.
Ακριβώς γι’ αυτό η ανάλυση του Γερμανού συγγραφέα και νομικού Wolfgang Bittner παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ο Bittner επιχειρεί να συνδέσει τη σημερινή γερμανική πραγματικότητα με το μεταπολεμικό καθεστώς και, ειδικότερα, με τη λεγόμενη «ρήτρα των εχθρικών κρατών» στον Χάρτη του ΟΗΕ.
Οι νομικές ερμηνείες του είναι αμφιλεγόμενες και δεν αποτελούν τη μοναδική ή την κρατούσα ερμηνεία του διεθνούς δικαίου.
Ωστόσο, η βασική ιστορική αντίθεση που θέτει είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: πώς πέρασε η Γερμανία από ένα μεταπολεμικό σύστημα που είχε ως κεντρικό στόχο τον περιορισμό της στρατιωτικής της ισχύος σε ένα νέο περιβάλλον όπου η ίδια η Γερμανία θεωρείται πλέον απαραίτητη για την ευρωπαϊκή στρατιωτική αποτροπή απέναντι στη Ρωσία;
Η «ρήτρα των εχθρικών κρατών» και η μεταπολεμική Γερμανία
Ο Bittner υποστηρίζει ότι ο Χάρτης του ΟΗΕ διατηρεί κατάλοιπα της μεταπολεμικής τάξης που δημιουργήθηκε μετά το 1945.
Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρίσκονται κυρίως τα άρθρα 53 και 107, τα οποία αναφέρονται σε κράτη που είχαν αποτελέσει εχθρούς των Συμμάχων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Κατά την άποψή του, οι συγκεκριμένες διατάξεις αποτελούν ένα νομικό απομεινάρι μιας εποχής κατά την οποία η Γερμανία δεν θεωρούνταν απλώς ένα ακόμη ευρωπαϊκό κράτος, αλλά ένα κράτος του οποίου η στρατιωτική και πολιτική ισχύς έπρεπε να τεθεί υπό αυστηρό έλεγχο.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση του Bittner έχει προκαλέσει αντιδράσεις και δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη Γερμανία θεωρείται διεθνώς ένα «εχθρικό κράτος» με την έννοια που είχε ο όρος το 1945.
Η Γερμανία είναι πλήρες μέλος του ΟΗΕ, κυρίαρχο κράτος και μία από τις ισχυρότερες δημοκρατίες της Ευρώπης. Ωστόσο, ο Bittner χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη νομική κληρονομιά για να θέσει ένα ευρύτερο ερώτημα: κατά πόσο η μεταπολεμική Γερμανία απέκτησε πραγματικά πλήρη στρατηγική αυτονομία ή παρέμεινε ενταγμένη σε ένα σύστημα ασφαλείας όπου οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία διατηρούν καθοριστικό ρόλο.
Η συζήτηση αυτή αποκτά σήμερα διαφορετικό βάρος, διότι η Γερμανία δεν είναι πλέον απλώς ο μεγαλύτερος οικονομικός παίκτης της Ευρώπης. Επιδιώκει να γίνει και ένας από τους βασικούς στρατιωτικούς της πυλώνες.
Και αυτό είναι που κάνει την εποχή του Friedrich Merz τόσο διαφορετική από την προηγούμενη περίοδο.
Από την οικονομική ισχύ στη στρατιωτική ισχύ
Για μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου, η γερμανική ισχύς βασιζόταν κυρίως στην οικονομία.
Η χώρα επένδυσε τεράστια ποσά στη βιομηχανία, στις εξαγωγές, στην τεχνολογία και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε μια σχετικά περιορισμένη στρατιωτική φιλοδοξία.
Η Γερμανία μπορούσε να είναι οικονομικός γίγαντας χωρίς να επιδιώκει να γίνει στρατιωτική υπερδύναμη.
Το μοντέλο αυτό στηριζόταν επίσης σε μια ιδιαίτερη σχέση με τη Ρωσία. Για χρόνια, το Βερολίνο θεωρούσε ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας.
Η ρωσική ενέργεια τροφοδοτούσε τη γερμανική βιομηχανία, ενώ η Γερμανία εξήγαγε μηχανήματα, αυτοκίνητα, βιομηχανικό εξοπλισμό και τεχνολογία.
Η λογική ήταν ότι το εμπόριο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα ακόμη και όταν υπήρχαν σοβαρές πολιτικές διαφωνίες.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αυτή η στρατηγική κατέρρευσε.
Η Γερμανία έκοψε μεγάλο μέρος της ενεργειακής της εξάρτησης από τη Ρωσία, υιοθέτησε πολύ σκληρότερη πολιτική απέναντι στη Μόσχα και άρχισε να αντιμετωπίζει την άμυνα όχι ως δευτερεύουσα κρατική δαπάνη αλλά ως θεμελιώδη προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας.
Το αποτέλεσμα είναι ένας πραγματικός γερμανικός επανεξοπλισμός.
Η γερμανική κυβέρνηση έχει αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες για την Bundeswehr, ενώ ο προϋπολογισμός του 2026 περιλαμβάνει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για νέα εξοπλιστικά προγράμματα και πυρομαχικά.
Παράλληλα, το Βερολίνο έχει θέσει ως στόχο τη δραστική αύξηση της στρατιωτικής του ισχύος και του ανθρώπινου δυναμικού των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή δημοσιονομική αύξηση.
Πρόκειται για αλλαγή στρατηγικής κουλτούρας.
Η χώρα που επί δεκαετίες αντιμετώπιζε τη στρατιωτική ισχύ με ιδιαίτερη πολιτική επιφυλακτικότητα θεωρεί πλέον ότι χωρίς ισχυρές ένοπλες δυνάμεις δεν μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο που επιδιώκει στην Ευρώπη.
Η Ρωσία βρίσκεται στο επίκεντρο της αλλαγής
Η γερμανική κυβέρνηση παρουσιάζει τον επανεξοπλισμό ως απάντηση σε ένα νέο και πιο επικίνδυνο περιβάλλον ασφαλείας.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η Ρωσία.
Ο Friedrich Merz έχει επανειλημμένα περιγράψει τη Ρωσία ως σοβαρή και διαρκή απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ η γερμανική κυβέρνηση συνδέει την αύξηση των αμυντικών δαπανών με την ανάγκη ενίσχυσης της αποτροπής και της άμυνας της Ευρώπης.
Αυτό σημαίνει ότι η γερμανική στρατηγική έχει περάσει από μία θεμελιώδη μετάβαση.
Η Ρωσία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως οικονομικός εταίρος με τον οποίο πρέπει να διατηρούνται ανοιχτοί δίαυλοι πάση θυσία, αλλά ως κράτος απέναντι στο οποίο η Γερμανία πρέπει να διαθέτει επαρκή στρατιωτική αποτροπή.
Το Βερολίνο επενδύει έτσι σε μια πολύ διαφορετική σχέση μεταξύ οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος.
Η οικονομία δεν αποτελεί πλέον τον μοναδικό πυλώνα της γερμανικής επιρροής.
Η στρατιωτική ισχύς επιστρέφει στο κέντρο της γερμανικής στρατηγικής.
Και αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που καθιστά τη σημερινή περίοδο ιστορικά ιδιαίτερη.
Το 5% του ΝΑΤΟ και η γερμανική πολεμική μηχανή
Η αλλαγή δεν περιορίζεται στη Γερμανία. Το ΝΑΤΟ έχει θέσει τον νέο στόχο για συνολικές αμυντικές επενδύσεις που μπορούν να φθάσουν έως το 5% του ΑΕΠ έως το 2035, ενώ η Γερμανία έχει δηλώσει ότι επιδιώκει να αυξήσει γρήγορα το στρατιωτικό σκέλος των δαπανών της.
Για μια χώρα του μεγέθους της Γερμανίας, αυτό σημαίνει τεράστια ποσά.
Και εδώ βρίσκεται η δεύτερη μεγάλη διάσταση του γερμανικού επανεξοπλισμού: δεν αφορά μόνο τον στρατό, αλλά και τη βιομηχανία.
Οι αυξημένες παραγγελίες για πυρομαχικά, άρματα, πυραύλους, αντιαεροπορικά συστήματα, ηλεκτρονικά και άλλα στρατιωτικά συστήματα δημιουργούν μια νέα αγορά για τη γερμανική αμυντική βιομηχανία.
Πρόσφατη ανάλυση του Reuters εκτιμά ότι το κύμα αμυντικών δαπανών δημιουργεί ιδιαίτερα σημαντικές ευκαιρίες για γερμανικές επιχειρήσεις και για το Mittelstand, δηλαδή τη μεγάλη βάση μικρομεσαίων και εξειδικευμένων βιομηχανικών επιχειρήσεων της χώρας.
Με άλλα λόγια, η Γερμανία δεν αγοράζει απλώς περισσότερα όπλα.
Χτίζει ξανά την παραγωγική βάση που χρειάζεται για να μπορεί να παράγει περισσότερα όπλα.
Αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από μία απλή αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, διότι δημιουργεί έναν ολόκληρο βιομηχανικό κύκλο: κρατικές παραγγελίες, νέες γραμμές παραγωγής, επενδύσεις, τεχνολογική ανάπτυξη, προσλήψεις και μακροχρόνια συμβόλαια.
Η στρατιωτική ισχύς μετατρέπεται έτσι σε βιομηχανική πολιτική.
Από το ρωσικό φυσικό αέριο στα γερμανικά όπλα
Ίσως η πιο εντυπωσιακή αλλαγή να βρίσκεται εδώ.
Η παλιά Γερμανία είχε χτίσει μέρος της οικονομικής της επιτυχίας πάνω σε μια πολύ στενή ενεργειακή σχέση με τη Ρωσία. Η νέα Γερμανία επενδύει σε στρατιωτικές δυνατότητες ακριβώς σε ένα περιβάλλον όπου η Ρωσία αποτελεί τον βασικό στρατηγικό αντίπαλο.
Το παλιό μοντέλο μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: ρωσική ενέργεια, γερμανική βιομηχανία, εξαγωγές και οικονομική αλληλεξάρτηση.
Το νέο μοντέλο μοιάζει όλο και περισσότερο με το αντίθετο: ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία, τεράστιες αμυντικές δαπάνες, ενίσχυση της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας και μεγαλύτερος στρατιωτικός ρόλος απέναντι στη ρωσική απειλή.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι γεωπολιτική.
Η Γερμανία εγκαταλείπει σταδιακά τη λογική ότι η οικονομική διασύνδεση μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός μηχανισμός σταθερότητας με τη Ρωσία και υιοθετεί τη λογική της αποτροπής.
Και εδώ η ιστορική αναφορά του Bittner γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Το ερώτημα του Bittner: ποια Γερμανία θέλουμε;
Ο Wolfgang Bittner δεν περιορίζεται στην οικονομία ή στην άμυνα. Θέτει ένα βαθύτερο ζήτημα σχετικά με τη θέση της Γερμανίας στο μεταπολεμικό σύστημα.
Κατά την άποψή του, η Γερμανία δεν πρέπει να θεωρεί ότι η ιστορία του 1945 έχει εξαφανιστεί απλώς επειδή πέρασαν οκτώ δεκαετίες.
Η «ρήτρα των εχθρικών κρατών», η παρουσία ξένων στρατιωτικών δυνάμεων, η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και η εξάρτηση από τη στρατηγική των ΗΠΑ αποτελούν, σύμφωνα με την ανάλυσή του, τμήματα ενός ευρύτερου συστήματος που εξακολουθεί να επηρεάζει τη γερμανική εξωτερική πολιτική.
Η άποψη αυτή είναι σαφώς αμφιλεγόμενη.
Η Γερμανία έχει από το 1990 πλήρη διεθνή νομική υπόσταση ως ενιαίο κυρίαρχο κράτος και συμμετέχει ισότιμα στους ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς.
Η γερμανική κυβέρνηση δεν παρουσιάζει τον σημερινό επανεξοπλισμό ως επιστροφή σε μια προπολεμική γερμανική πολιτική, αλλά ως αναγκαία προσαρμογή στην απειλή που θεωρεί ότι αντιμετωπίζει η Ευρώπη.
Ωστόσο, ο Bittner θέτει ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: εάν η Γερμανία απέκτησε πραγματικά πλήρη στρατηγική αυτονομία μετά το 1990, γιατί σήμερα η στρατιωτική της αναγέννηση πραγματοποιείται τόσο στενά μέσα στο πλαίσιο των στρατηγικών προτεραιοτήτων του ΝΑΤΟ και της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία;
Είναι ένα ερώτημα που δεν απαντάται με ένα απλό «ναι» ή «όχι».
Η Γερμανία επιστρέφει στην ανατολική Ευρώπη
Το πιο άμεσο αποτέλεσμα του επανεξοπλισμού είναι η αλλαγή του γερμανικού ρόλου στην ανατολική Ευρώπη.
Για δεκαετίες, η Γερμανία είχε ισχυρή οικονομική παρουσία στην περιοχή, αλλά ο στρατιωτικός της ρόλος ήταν πολύ πιο περιορισμένος.
Σήμερα το Βερολίνο επιδιώκει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής άμυνας.
Η γερμανική παρουσία στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ αυξάνεται, ενώ η ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων συνδέεται άμεσα με την ανάγκη να μπορεί η Γερμανία να μεταφέρει δυνάμεις, εξοπλισμό και πυρομαχικά προς την ανατολική Ευρώπη σε περίπτωση σοβαρής κρίσης.
Αυτό σημαίνει ότι ο γερμανικός στρατός αποκτά ξανά ευρωπαϊκή στρατηγική αποστολή.
Δεν πρόκειται για επιστροφή στη Γερμανία του 1939. Η ιστορική αυτή εξίσωση θα ήταν αυθαίρετη και παραπλανητική.
Πρόκειται όμως για κάτι που πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια θα ήταν πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς: μια Γερμανία που επενδύει τεράστια ποσά ώστε να καταστεί ο βασικός στρατιωτικός πυλώνας της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό παράδοξο
Το ιστορικό παράδοξο είναι ότι η Γερμανία δεν επανεξοπλίζεται επειδή θέλει να εγκαταλείψει τη δυτική συμμαχία. Συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο.
Επανεξοπλίζεται επειδή θέλει να γίνει ισχυρότερος πυλώνας αυτής της συμμαχίας.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Η σημερινή Γερμανία δεν επιδιώκει στρατιωτική ανεξαρτησία έξω από το ΝΑΤΟ. Επιχειρεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ μέσα στο ΝΑΤΟ και μέσα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Αυτό εξηγεί γιατί η γερμανική στρατιωτική αναγέννηση δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως εθνική υπόθεση.
Είναι ταυτόχρονα ευρωπαϊκή και ατλαντική υπόθεση.
Και η Ρωσία αποτελεί τον βασικό παράγοντα που έχει επιταχύνει αυτή τη μετάβαση.
Από το «Ποτέ ξανά» στο «Πρέπει να είμαστε έτοιμοι»
Η Γερμανία μετά το 1945 οικοδόμησε μεγάλο μέρος της πολιτικής της ταυτότητας γύρω από την αρχή «Ποτέ ξανά». Η φράση παρέπεμπε πρωτίστως στην αποφυγή μιας νέας καταστροφικής σύγκρουσης και στην απόρριψη της στρατιωτικής επιθετικότητας.
Σήμερα η πολιτική γλώσσα έχει αλλάξει.
Το Βερολίνο μιλά όλο και περισσότερο για αποτροπή, στρατιωτική ετοιμότητα, πολεμική βιομηχανία, πυρομαχικά, στρατιωτικές υποδομές και δυνατότητα διεξαγωγής μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι η Γερμανία προετοιμάζει επίθεση εναντίον της Ρωσίας. Δεν υπάρχει τεκμηρίωση για έναν τέτοιο ισχυρισμό. Η επίσημη γερμανική θέση είναι ότι πρόκειται για αποτρεπτική και αμυντική στρατηγική.
Αλλά υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη μεταβολή: η Γερμανία θεωρεί πλέον απαραίτητο να διαθέτει στρατιωτική ισχύ τέτοια ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει έναν μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο.
Και αυτό από μόνο του συνιστά ιστορική αλλαγή.
Το μεγάλο ερώτημα για την Ευρώπη
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στο εάν η Γερμανία «θέλει πόλεμο» με τη Ρωσία. Μια τέτοια διατύπωση θα ήταν υπεραπλουστευτική και δεν στηρίζεται στα επίσημα δεδομένα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη περνά σε μια νέα εποχή όπου η Γερμανία επιστρέφει ως μεγάλη στρατιωτική δύναμη.
Τα στοιχεία δείχνουν μια σαφή κατεύθυνση: πολύ υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες, μεγαλύτερος στρατός, περισσότερα όπλα, μεγαλύτερη παραγωγή πυρομαχικών, ισχυρότερη αμυντική βιομηχανία και αυξημένος ρόλος στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Από αυτή την άποψη, ο Wolfgang Bittner θέτει ένα ζήτημα που αποκτά νέα επικαιρότητα, ακόμη και αν κάποιος δεν υιοθετεί τη νομική ερμηνεία του για τη «ρήτρα των εχθρικών κρατών».
Το 1945 το μεγάλο ευρωπαϊκό ερώτημα ήταν πώς θα περιοριστεί η γερμανική στρατιωτική ισχύς.
Το 2026 το ερώτημα έχει αντιστραφεί σχεδόν πλήρως:
Πώς θα αποκτήσει η Γερμανία αρκετή στρατιωτική ισχύ ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τη Ρωσία και να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια;
Αυτή είναι η πραγματική ιστορική ανατροπή
Η Γερμανία που για δεκαετίες ήταν η οικονομική δύναμη χωρίς αντίστοιχη στρατιωτική φιλοδοξία μετατρέπεται σταδιακά σε χώρα που επιδιώκει να συνδυάσει οικονομική, βιομηχανική και στρατιωτική ισχύ.
Και αυτό δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα για ολόκληρη την Ευρώπη.
Για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, το Βερολίνο δεν θέλει απλώς να είναι η χώρα που πληρώνει, παράγει και εξάγει.
Θέλει να είναι και η χώρα που οπλίζει, αποτρέπει και καθορίζει την ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας.
Η Ρωσία είναι ο βασικός λόγος που αυτή η μετάβαση επιταχύνθηκε.
Ο Bittner, όμως, θέτει το πιο δύσκολο ερώτημα: εάν η μεταπολεμική Γερμανία δημιουργήθηκε ακριβώς για να μην επιστρέψει ποτέ ξανά σε μια κατάσταση όπου η στρατιωτική ισχύς θα αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της εθνικής της ισχύος, τι σημαίνει για την Ευρώπη το γεγονός ότι, οκτώ δεκαετίες αργότερα, η ίδια χώρα ξαναχτίζει έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς μηχανισμούς της;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στο παρελθόν.
Βρίσκεται μπροστά μας.
Και το 2026 η Γερμανία έχει ήδη κάνει την επιλογή της ως προς ένα πράγμα: δεν θέλει πλέον να είναι ο οικονομικός γίγαντας που αφήνει τη στρατιωτική ισχύ στους άλλους. Θέλει να αποκτήσει και την ισχύ των όπλων.
Αυτό είναι το νέο γερμανικό παράδοξο.
Και είναι ένα παράδοξο που η Ευρώπη —και κυρίως η Ρωσία— δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει.
www.bankingnews.gr
Από εκείνη τη χρονιά, όταν η Γερμανία βγήκε κατεστραμμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τέθηκε υπό τον έλεγχο των νικητών και στη συνέχεια εντάχθηκε σε μια μεταπολεμική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας η οποία είχε ως μία από τις βασικές της επιδιώξεις να αποτρέψει την επανεμφάνιση μιας ανεξέλεγκτης γερμανικής στρατιωτικής ισχύος.
Για δεκαετίες, αυτό το μοντέλο λειτούργησε σχετικά σταθερά: η Γερμανία έγινε η οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης, απέκτησε τεράστια βιομηχανική και εξαγωγική ισχύ, αλλά παρέμεινε στρατιωτικά συγκρατημένη και βαθιά ενσωματωμένη στις δυτικές συμμαχίες.
Σήμερα, όμως, αυτή η εικόνα αλλάζει με ταχύτητα που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πριν από μερικά χρόνια.
Η Γερμανία αυξάνει θεαματικά τις στρατιωτικές της δαπάνες, σχεδιάζει μια πολύ μεγαλύτερη Bundeswehr, επεκτείνει την παραγωγή πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων, ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και επιδιώκει να καταστεί ο βασικός συμβατικός στρατιωτικός πυλώνας της Ευρώπης.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον όπου η Ρωσία έχει πλέον αναδειχθεί από βασικό οικονομικό εταίρο σε κεντρικό στρατηγικό αντίπαλο της γερμανικής και ευρωπαϊκής πολιτικής.
Ακριβώς γι’ αυτό η ανάλυση του Γερμανού συγγραφέα και νομικού Wolfgang Bittner παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ο Bittner επιχειρεί να συνδέσει τη σημερινή γερμανική πραγματικότητα με το μεταπολεμικό καθεστώς και, ειδικότερα, με τη λεγόμενη «ρήτρα των εχθρικών κρατών» στον Χάρτη του ΟΗΕ.
Οι νομικές ερμηνείες του είναι αμφιλεγόμενες και δεν αποτελούν τη μοναδική ή την κρατούσα ερμηνεία του διεθνούς δικαίου.
Ωστόσο, η βασική ιστορική αντίθεση που θέτει είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: πώς πέρασε η Γερμανία από ένα μεταπολεμικό σύστημα που είχε ως κεντρικό στόχο τον περιορισμό της στρατιωτικής της ισχύος σε ένα νέο περιβάλλον όπου η ίδια η Γερμανία θεωρείται πλέον απαραίτητη για την ευρωπαϊκή στρατιωτική αποτροπή απέναντι στη Ρωσία;
Η «ρήτρα των εχθρικών κρατών» και η μεταπολεμική Γερμανία
Ο Bittner υποστηρίζει ότι ο Χάρτης του ΟΗΕ διατηρεί κατάλοιπα της μεταπολεμικής τάξης που δημιουργήθηκε μετά το 1945.
Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρίσκονται κυρίως τα άρθρα 53 και 107, τα οποία αναφέρονται σε κράτη που είχαν αποτελέσει εχθρούς των Συμμάχων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Κατά την άποψή του, οι συγκεκριμένες διατάξεις αποτελούν ένα νομικό απομεινάρι μιας εποχής κατά την οποία η Γερμανία δεν θεωρούνταν απλώς ένα ακόμη ευρωπαϊκό κράτος, αλλά ένα κράτος του οποίου η στρατιωτική και πολιτική ισχύς έπρεπε να τεθεί υπό αυστηρό έλεγχο.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση του Bittner έχει προκαλέσει αντιδράσεις και δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη Γερμανία θεωρείται διεθνώς ένα «εχθρικό κράτος» με την έννοια που είχε ο όρος το 1945.
Η Γερμανία είναι πλήρες μέλος του ΟΗΕ, κυρίαρχο κράτος και μία από τις ισχυρότερες δημοκρατίες της Ευρώπης. Ωστόσο, ο Bittner χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη νομική κληρονομιά για να θέσει ένα ευρύτερο ερώτημα: κατά πόσο η μεταπολεμική Γερμανία απέκτησε πραγματικά πλήρη στρατηγική αυτονομία ή παρέμεινε ενταγμένη σε ένα σύστημα ασφαλείας όπου οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία διατηρούν καθοριστικό ρόλο.
Η συζήτηση αυτή αποκτά σήμερα διαφορετικό βάρος, διότι η Γερμανία δεν είναι πλέον απλώς ο μεγαλύτερος οικονομικός παίκτης της Ευρώπης. Επιδιώκει να γίνει και ένας από τους βασικούς στρατιωτικούς της πυλώνες.
Και αυτό είναι που κάνει την εποχή του Friedrich Merz τόσο διαφορετική από την προηγούμενη περίοδο.
Από την οικονομική ισχύ στη στρατιωτική ισχύ
Για μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου, η γερμανική ισχύς βασιζόταν κυρίως στην οικονομία.
Η χώρα επένδυσε τεράστια ποσά στη βιομηχανία, στις εξαγωγές, στην τεχνολογία και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε μια σχετικά περιορισμένη στρατιωτική φιλοδοξία.
Η Γερμανία μπορούσε να είναι οικονομικός γίγαντας χωρίς να επιδιώκει να γίνει στρατιωτική υπερδύναμη.
Το μοντέλο αυτό στηριζόταν επίσης σε μια ιδιαίτερη σχέση με τη Ρωσία. Για χρόνια, το Βερολίνο θεωρούσε ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας.
Η ρωσική ενέργεια τροφοδοτούσε τη γερμανική βιομηχανία, ενώ η Γερμανία εξήγαγε μηχανήματα, αυτοκίνητα, βιομηχανικό εξοπλισμό και τεχνολογία.
Η λογική ήταν ότι το εμπόριο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα ακόμη και όταν υπήρχαν σοβαρές πολιτικές διαφωνίες.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αυτή η στρατηγική κατέρρευσε.
Η Γερμανία έκοψε μεγάλο μέρος της ενεργειακής της εξάρτησης από τη Ρωσία, υιοθέτησε πολύ σκληρότερη πολιτική απέναντι στη Μόσχα και άρχισε να αντιμετωπίζει την άμυνα όχι ως δευτερεύουσα κρατική δαπάνη αλλά ως θεμελιώδη προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας.
Το αποτέλεσμα είναι ένας πραγματικός γερμανικός επανεξοπλισμός.
Η γερμανική κυβέρνηση έχει αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες για την Bundeswehr, ενώ ο προϋπολογισμός του 2026 περιλαμβάνει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για νέα εξοπλιστικά προγράμματα και πυρομαχικά.
Παράλληλα, το Βερολίνο έχει θέσει ως στόχο τη δραστική αύξηση της στρατιωτικής του ισχύος και του ανθρώπινου δυναμικού των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή δημοσιονομική αύξηση.
Πρόκειται για αλλαγή στρατηγικής κουλτούρας.
Η χώρα που επί δεκαετίες αντιμετώπιζε τη στρατιωτική ισχύ με ιδιαίτερη πολιτική επιφυλακτικότητα θεωρεί πλέον ότι χωρίς ισχυρές ένοπλες δυνάμεις δεν μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο που επιδιώκει στην Ευρώπη.
Η Ρωσία βρίσκεται στο επίκεντρο της αλλαγής
Η γερμανική κυβέρνηση παρουσιάζει τον επανεξοπλισμό ως απάντηση σε ένα νέο και πιο επικίνδυνο περιβάλλον ασφαλείας.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η Ρωσία.
Ο Friedrich Merz έχει επανειλημμένα περιγράψει τη Ρωσία ως σοβαρή και διαρκή απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ η γερμανική κυβέρνηση συνδέει την αύξηση των αμυντικών δαπανών με την ανάγκη ενίσχυσης της αποτροπής και της άμυνας της Ευρώπης.
Αυτό σημαίνει ότι η γερμανική στρατηγική έχει περάσει από μία θεμελιώδη μετάβαση.
Η Ρωσία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως οικονομικός εταίρος με τον οποίο πρέπει να διατηρούνται ανοιχτοί δίαυλοι πάση θυσία, αλλά ως κράτος απέναντι στο οποίο η Γερμανία πρέπει να διαθέτει επαρκή στρατιωτική αποτροπή.
Το Βερολίνο επενδύει έτσι σε μια πολύ διαφορετική σχέση μεταξύ οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος.
Η οικονομία δεν αποτελεί πλέον τον μοναδικό πυλώνα της γερμανικής επιρροής.
Η στρατιωτική ισχύς επιστρέφει στο κέντρο της γερμανικής στρατηγικής.
Και αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που καθιστά τη σημερινή περίοδο ιστορικά ιδιαίτερη.
Το 5% του ΝΑΤΟ και η γερμανική πολεμική μηχανή
Η αλλαγή δεν περιορίζεται στη Γερμανία. Το ΝΑΤΟ έχει θέσει τον νέο στόχο για συνολικές αμυντικές επενδύσεις που μπορούν να φθάσουν έως το 5% του ΑΕΠ έως το 2035, ενώ η Γερμανία έχει δηλώσει ότι επιδιώκει να αυξήσει γρήγορα το στρατιωτικό σκέλος των δαπανών της.
Για μια χώρα του μεγέθους της Γερμανίας, αυτό σημαίνει τεράστια ποσά.
Και εδώ βρίσκεται η δεύτερη μεγάλη διάσταση του γερμανικού επανεξοπλισμού: δεν αφορά μόνο τον στρατό, αλλά και τη βιομηχανία.
Οι αυξημένες παραγγελίες για πυρομαχικά, άρματα, πυραύλους, αντιαεροπορικά συστήματα, ηλεκτρονικά και άλλα στρατιωτικά συστήματα δημιουργούν μια νέα αγορά για τη γερμανική αμυντική βιομηχανία.
Πρόσφατη ανάλυση του Reuters εκτιμά ότι το κύμα αμυντικών δαπανών δημιουργεί ιδιαίτερα σημαντικές ευκαιρίες για γερμανικές επιχειρήσεις και για το Mittelstand, δηλαδή τη μεγάλη βάση μικρομεσαίων και εξειδικευμένων βιομηχανικών επιχειρήσεων της χώρας.
Με άλλα λόγια, η Γερμανία δεν αγοράζει απλώς περισσότερα όπλα.
Χτίζει ξανά την παραγωγική βάση που χρειάζεται για να μπορεί να παράγει περισσότερα όπλα.
Αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από μία απλή αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, διότι δημιουργεί έναν ολόκληρο βιομηχανικό κύκλο: κρατικές παραγγελίες, νέες γραμμές παραγωγής, επενδύσεις, τεχνολογική ανάπτυξη, προσλήψεις και μακροχρόνια συμβόλαια.
Η στρατιωτική ισχύς μετατρέπεται έτσι σε βιομηχανική πολιτική.
Από το ρωσικό φυσικό αέριο στα γερμανικά όπλα
Ίσως η πιο εντυπωσιακή αλλαγή να βρίσκεται εδώ.
Η παλιά Γερμανία είχε χτίσει μέρος της οικονομικής της επιτυχίας πάνω σε μια πολύ στενή ενεργειακή σχέση με τη Ρωσία. Η νέα Γερμανία επενδύει σε στρατιωτικές δυνατότητες ακριβώς σε ένα περιβάλλον όπου η Ρωσία αποτελεί τον βασικό στρατηγικό αντίπαλο.
Το παλιό μοντέλο μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: ρωσική ενέργεια, γερμανική βιομηχανία, εξαγωγές και οικονομική αλληλεξάρτηση.
Το νέο μοντέλο μοιάζει όλο και περισσότερο με το αντίθετο: ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία, τεράστιες αμυντικές δαπάνες, ενίσχυση της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας και μεγαλύτερος στρατιωτικός ρόλος απέναντι στη ρωσική απειλή.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι γεωπολιτική.
Η Γερμανία εγκαταλείπει σταδιακά τη λογική ότι η οικονομική διασύνδεση μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός μηχανισμός σταθερότητας με τη Ρωσία και υιοθετεί τη λογική της αποτροπής.
Και εδώ η ιστορική αναφορά του Bittner γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Το ερώτημα του Bittner: ποια Γερμανία θέλουμε;
Ο Wolfgang Bittner δεν περιορίζεται στην οικονομία ή στην άμυνα. Θέτει ένα βαθύτερο ζήτημα σχετικά με τη θέση της Γερμανίας στο μεταπολεμικό σύστημα.
Κατά την άποψή του, η Γερμανία δεν πρέπει να θεωρεί ότι η ιστορία του 1945 έχει εξαφανιστεί απλώς επειδή πέρασαν οκτώ δεκαετίες.
Η «ρήτρα των εχθρικών κρατών», η παρουσία ξένων στρατιωτικών δυνάμεων, η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και η εξάρτηση από τη στρατηγική των ΗΠΑ αποτελούν, σύμφωνα με την ανάλυσή του, τμήματα ενός ευρύτερου συστήματος που εξακολουθεί να επηρεάζει τη γερμανική εξωτερική πολιτική.
Η άποψη αυτή είναι σαφώς αμφιλεγόμενη.
Η Γερμανία έχει από το 1990 πλήρη διεθνή νομική υπόσταση ως ενιαίο κυρίαρχο κράτος και συμμετέχει ισότιμα στους ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς.
Η γερμανική κυβέρνηση δεν παρουσιάζει τον σημερινό επανεξοπλισμό ως επιστροφή σε μια προπολεμική γερμανική πολιτική, αλλά ως αναγκαία προσαρμογή στην απειλή που θεωρεί ότι αντιμετωπίζει η Ευρώπη.
Ωστόσο, ο Bittner θέτει ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: εάν η Γερμανία απέκτησε πραγματικά πλήρη στρατηγική αυτονομία μετά το 1990, γιατί σήμερα η στρατιωτική της αναγέννηση πραγματοποιείται τόσο στενά μέσα στο πλαίσιο των στρατηγικών προτεραιοτήτων του ΝΑΤΟ και της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία;
Είναι ένα ερώτημα που δεν απαντάται με ένα απλό «ναι» ή «όχι».
Η Γερμανία επιστρέφει στην ανατολική Ευρώπη
Το πιο άμεσο αποτέλεσμα του επανεξοπλισμού είναι η αλλαγή του γερμανικού ρόλου στην ανατολική Ευρώπη.
Για δεκαετίες, η Γερμανία είχε ισχυρή οικονομική παρουσία στην περιοχή, αλλά ο στρατιωτικός της ρόλος ήταν πολύ πιο περιορισμένος.
Σήμερα το Βερολίνο επιδιώκει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής άμυνας.
Η γερμανική παρουσία στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ αυξάνεται, ενώ η ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων συνδέεται άμεσα με την ανάγκη να μπορεί η Γερμανία να μεταφέρει δυνάμεις, εξοπλισμό και πυρομαχικά προς την ανατολική Ευρώπη σε περίπτωση σοβαρής κρίσης.
Αυτό σημαίνει ότι ο γερμανικός στρατός αποκτά ξανά ευρωπαϊκή στρατηγική αποστολή.
Δεν πρόκειται για επιστροφή στη Γερμανία του 1939. Η ιστορική αυτή εξίσωση θα ήταν αυθαίρετη και παραπλανητική.
Πρόκειται όμως για κάτι που πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια θα ήταν πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς: μια Γερμανία που επενδύει τεράστια ποσά ώστε να καταστεί ο βασικός στρατιωτικός πυλώνας της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό παράδοξο
Το ιστορικό παράδοξο είναι ότι η Γερμανία δεν επανεξοπλίζεται επειδή θέλει να εγκαταλείψει τη δυτική συμμαχία. Συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο.
Επανεξοπλίζεται επειδή θέλει να γίνει ισχυρότερος πυλώνας αυτής της συμμαχίας.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Η σημερινή Γερμανία δεν επιδιώκει στρατιωτική ανεξαρτησία έξω από το ΝΑΤΟ. Επιχειρεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ μέσα στο ΝΑΤΟ και μέσα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Αυτό εξηγεί γιατί η γερμανική στρατιωτική αναγέννηση δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως εθνική υπόθεση.
Είναι ταυτόχρονα ευρωπαϊκή και ατλαντική υπόθεση.
Και η Ρωσία αποτελεί τον βασικό παράγοντα που έχει επιταχύνει αυτή τη μετάβαση.
Από το «Ποτέ ξανά» στο «Πρέπει να είμαστε έτοιμοι»
Η Γερμανία μετά το 1945 οικοδόμησε μεγάλο μέρος της πολιτικής της ταυτότητας γύρω από την αρχή «Ποτέ ξανά». Η φράση παρέπεμπε πρωτίστως στην αποφυγή μιας νέας καταστροφικής σύγκρουσης και στην απόρριψη της στρατιωτικής επιθετικότητας.
Σήμερα η πολιτική γλώσσα έχει αλλάξει.
Το Βερολίνο μιλά όλο και περισσότερο για αποτροπή, στρατιωτική ετοιμότητα, πολεμική βιομηχανία, πυρομαχικά, στρατιωτικές υποδομές και δυνατότητα διεξαγωγής μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι η Γερμανία προετοιμάζει επίθεση εναντίον της Ρωσίας. Δεν υπάρχει τεκμηρίωση για έναν τέτοιο ισχυρισμό. Η επίσημη γερμανική θέση είναι ότι πρόκειται για αποτρεπτική και αμυντική στρατηγική.
Αλλά υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη μεταβολή: η Γερμανία θεωρεί πλέον απαραίτητο να διαθέτει στρατιωτική ισχύ τέτοια ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει έναν μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο.
Και αυτό από μόνο του συνιστά ιστορική αλλαγή.
Το μεγάλο ερώτημα για την Ευρώπη
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στο εάν η Γερμανία «θέλει πόλεμο» με τη Ρωσία. Μια τέτοια διατύπωση θα ήταν υπεραπλουστευτική και δεν στηρίζεται στα επίσημα δεδομένα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη περνά σε μια νέα εποχή όπου η Γερμανία επιστρέφει ως μεγάλη στρατιωτική δύναμη.
Τα στοιχεία δείχνουν μια σαφή κατεύθυνση: πολύ υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες, μεγαλύτερος στρατός, περισσότερα όπλα, μεγαλύτερη παραγωγή πυρομαχικών, ισχυρότερη αμυντική βιομηχανία και αυξημένος ρόλος στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Από αυτή την άποψη, ο Wolfgang Bittner θέτει ένα ζήτημα που αποκτά νέα επικαιρότητα, ακόμη και αν κάποιος δεν υιοθετεί τη νομική ερμηνεία του για τη «ρήτρα των εχθρικών κρατών».
Το 1945 το μεγάλο ευρωπαϊκό ερώτημα ήταν πώς θα περιοριστεί η γερμανική στρατιωτική ισχύς.
Το 2026 το ερώτημα έχει αντιστραφεί σχεδόν πλήρως:
Πώς θα αποκτήσει η Γερμανία αρκετή στρατιωτική ισχύ ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τη Ρωσία και να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια;
Αυτή είναι η πραγματική ιστορική ανατροπή
Η Γερμανία που για δεκαετίες ήταν η οικονομική δύναμη χωρίς αντίστοιχη στρατιωτική φιλοδοξία μετατρέπεται σταδιακά σε χώρα που επιδιώκει να συνδυάσει οικονομική, βιομηχανική και στρατιωτική ισχύ.
Και αυτό δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα για ολόκληρη την Ευρώπη.
Για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, το Βερολίνο δεν θέλει απλώς να είναι η χώρα που πληρώνει, παράγει και εξάγει.
Θέλει να είναι και η χώρα που οπλίζει, αποτρέπει και καθορίζει την ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας.
Η Ρωσία είναι ο βασικός λόγος που αυτή η μετάβαση επιταχύνθηκε.
Ο Bittner, όμως, θέτει το πιο δύσκολο ερώτημα: εάν η μεταπολεμική Γερμανία δημιουργήθηκε ακριβώς για να μην επιστρέψει ποτέ ξανά σε μια κατάσταση όπου η στρατιωτική ισχύς θα αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της εθνικής της ισχύος, τι σημαίνει για την Ευρώπη το γεγονός ότι, οκτώ δεκαετίες αργότερα, η ίδια χώρα ξαναχτίζει έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς μηχανισμούς της;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στο παρελθόν.
Βρίσκεται μπροστά μας.
Και το 2026 η Γερμανία έχει ήδη κάνει την επιλογή της ως προς ένα πράγμα: δεν θέλει πλέον να είναι ο οικονομικός γίγαντας που αφήνει τη στρατιωτική ισχύ στους άλλους. Θέλει να αποκτήσει και την ισχύ των όπλων.
Αυτό είναι το νέο γερμανικό παράδοξο.
Και είναι ένα παράδοξο που η Ευρώπη —και κυρίως η Ρωσία— δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών